Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

Ιδανικα

Έχω ακούσει πολλούς να παραπονιούνται για την ζωή τους: για την δουλειά τους που μόνο ανία τους προκαλεί, για τα πρησμένα μάτια κάθε πρωί, για τον πικρό καφέ που δεν τους πέτυχε. Δεν λέω όλα ενέχουν μιά δόση απογοήτευσης, δεν είναι το ιδανικό, αλλά γιατί έχουμε αυτήν την μανία με το ιδανικό; Πολλές φορές γύρισα τα μάτια και ανασήκωσα τους ώμους σε συζητήσεις περί ιδανικού. Πάντα το θεωρούσα μια περιττή πολυτέλεια. Περιττή και καταστροφική.
   Εκείνο που δεν ήξερα ή μάλλον δεν ήθελα να δω για τον εαυτό μου ήταν ότι αυτό το ιδανικό, το ιδεατό που έχεις κατασκευάσει στο μυαλό σου, αυτό το περιττό και μικροπρεπές χαρακτηριστικό που σου στερεί την ελευθερία κινήσεων, είναι ακριβώς αυτό που κυνηγάω. Πίστευα πως ήμουν εγώ μια εξαίρεση στον κανόνα των απελπισμένων ιδεαλιστών.Δεν ήμουν.
  Μπορεί να μην γκρίνιαζα για τον καφέ, αν μου πέτυχε το φαγητό ή αν πρέπει να δουλεύω  ασταμάτητα. Γκρίνιαζα όμως για την άδεια πλευρά στο κρεβάτι μου. Εκείνη που άφησες. Δεν μου λείπεις εσύ προσωπικά. Σε καμία περίπτωση.Όμως φεύγοντας άφησες μία θέση κενή και ενώ η ιδέα σου έσβησε μέσα αυτή η θέση με στοιχιώνει.
   Τα ρούζα που λείπουν από τις κρεμάστρες και η θέση στο τραπέζι που δεν την γεμίζει κανείς πια.Αυτή είναι η δικιά μου πίκρα που έχει κολλήσει στον ουρανίσκο μου. Θα μπορούσα να γεμίσω αυτές τις θέσεις με ένα σώρο από δανεισμένες ανάσες που θα έσβηναν το πρωί. Αυτό ήταν το δικό μου ιδανικό. Να βρώ εκείνο τον σωρό από τσαλακωμένα ρούχα στο πάτωμα που θα μου άρεσε να βρίσκονται εκεί γιατι αυτό θα σήμαινε πως δεν θα κοιμηθώ μόνη.
  Μόνη. Βαριά κουβέντα η μοναξιά.Είναι αβάσταχτη  και όταν είσαι ιδεαλιστής αποκτά και χαρακτηριστικά συνήθειας. Πλέον θα έλεγα πως είμαι εθισμένη στην λύπη μου, στην μαύρη ποίηση και στους καταραμένους. Εθισμένη γιατί το επέλεξα. Εθισμένη γιατί ποτέ τίποτα δεν με άγγιζε. Σαν να ήμουν κάποιος μηχανικός σκελετός που όλα είναι μηχανικά και προγραμματισμένα να μην νιώθουν κάτι.
  Υπήρχαν βέβαια και εκείνα τα εκλεκτά λεπτά πλήρωσης αλλά έμοιαζαν πιο πολύ με εκλάμψεις μέσα στο σκοτάδι. Και το χειρότερο με την μοναξιά δεν είναι να είσαι μόνος στο σπίτι σου. Είναι να είσαι στον κόσμο σου μόνος. Το να μην μπορείς να μοιραστείς τις παρατηρήσεις σου ή να παρατηρηθείς από εκείνο το ένα άτομο που το όνομά του και μόνο είναι αρκετό για να σε γεμίσει με χαμόγελα, αυτό είναι ο θάνατος.
    Τα μισώ αυτά τα ιδανικά πράγματα και να ΄μαι που τα κυνηγάω μάταια. Κάνω κύκλους γύρω από τον εαυτό μου μέχρι να ζαλιστώ, να πέσω και να γρατζουνήσω τα γόνατα μου. Η συνήθισμένη πορεία όταν κυνηγάς κάτι το τέλειο ή έστω κάτι που παρά τις ατέλειες του θα σου φαίνεται τέλειο.  Ξαφνικά οι ασπρόμαυρες ταινίες αποκτούν νόημα ενώ παράλληλα οι δικές μου πέφτουν στο κενό.
   

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Μα εσύ έφυγες νωρίς


 Για τον Μ.Φ.


Πάει καιρός από τότε που έμαθα τα νέα . Ένας χρόνος , αλλά φάνηκε ατέλειωτος . Σταμάτησα να τον μετράω με λεπτά , ώρες , μέρες . Τον υπολόγιζα από λεξεις που ήθελα να πω αλλά έμεναν κολλημένες στο λαρύγγι μου . Δεν μπορώ πλέον να τις συμμαζέψω . Είναι αναρίθμητες , είναι σκονισμένες και κυρίως δεν έχουν παραλήπτη .
   Αν ήσουν κοντά , κάτω στον δρόμο ή στο δίπλα στενό θα περνούσα για δυο λεπτά να στις ξεστομίσω . Με τον καιρό να ξέρεις όσα δεν είπεις γίνονται πέτρες μέσα σου και σε βαραίνουν . Αλήθεια , δοκίμασε να μιλήσεις , να σκεφτείς δυνατά και αμέσως θα νιώσεις πιο ανάλαφρος . Άραγε αν οι πέτρες μπορούσαν να μιλήσουν δε θα γίνονταν πιο ελαφρυές ;
  Δεν είσαι όμως κοντά. Αυτή είναι η πραγματικότητα που ζω τώρα . Δεν είσαι στην διπλανή πόρτα ή στο τέλος του δρόμου . Δεν είσαι καν στην γραμμή του τηλεφώνου . Προσπαθώ να σε επινοήσω  . Να σε δημιουργήσω και να σε βάλω στην καθημερινότητά μου ξανά . Κάθε προσπάθεια λήγει τραγικά με άσχημες γκριμάτσες και χαμηλωμένα μάτια .
   Πώς θα μπορούσα να σε ξανά φτιάξω όταν δεν μπορώ καλά καλά να θυμηθώ την χροιά της φωνής σου ; Αυτή , το ομολογώ , είναι η μεγαλύτερη απώλεια που γεύτηκα . Δεν σταματώ τις προσπάθειες και ας λήγουν τραγικά . Ούτε σταματώ να παίζω με διάφορους ήχους και συνδυασμούς από νότες στο μυαλό μου μέχρι να βρώ μια φωνή να σου ταιριάζει . Βάζω ένα " ντο "  για να έχω αρχή και κολλάω τα "ρε " , τα "λα " , τα "μι" .
    Σαν κουραστώ με τα πειράματα ανακατεύω τις νότες , τα χρώματα και τις εικόνες . Διαλύω τα πάντα στο κεφάλι μου  και έπειτα με μια σκούπα συμμαζεύω τα κομμάτια που έμειναν . Δεν τα πετάω . Δεν μπορώ να τα πετάξω . Είναι δικά μου και είναι από εσένα και αυτό στο τέλος της ημέρας είναι η μόνη μου παρηγοριά .
   Όταν πνίγομαι μερικές φορές τα βράδια και ο αέρας φαίνεται σαν να εγκαταλέιπει το δωμάτιο ανοίγω το παράθυρο . Αφήνω να μπει μέσα όλη η δροσιά του δρόμου και αναπνέω. Βαθιές , διαδοχικές ανάσες επιβραδύνουν τους χτύπους της καρδιάς μου που βροντάει στο στήθος μου σαν τύμπανο  . Κλείνω τα μάτια . Τα σφίγγω να μείνουν κλειστά , γιατί η δροσιά που ακουμπάει το πρόσωπό μου σε θυμίζει . Θυμίζει τον τρόπο που απελευθερωνόταν η ψυχή μου όταν ήσουν κοντά της να την κρατάς - από το χέρι  πάντα μη σκοντάψει .
    Ξεφεύγω για λίγο από το τώρα . Από την αρρωστημένη ματιά του φεγγαριού . Από όλα εκείνα τα "αντιο" που συσσωρεύονται στο λαιμό  μου κάθε φορά που θυμάμαι πως η θέση σου στον καναπέ απέμεινε κενή .  Μα εσύ έφυγες νωρίς , φίλε μου . Δυσανασχετώ κάθε φορά που επανέρχομαι σ' αυτήν την συνειδητοποίηση  . Μόλις ανοίξω τα μάτια και βλέπω την θέα του απεναντινού σπιτιού να στέκει εκεί ακίνητο ,επιβλητικό , αυστηρό τότε γυρνάει και η απόγνωση . Το μισώ αυτό το σπίτι . Ειδικά , τον τελευταίο χρόνο που στάθηκε τόσο αλύγιστο όταν έφυγες . Ακόμα έτσι στέκεται . Τίποτα δεν το συγκινεί .  Το μισώ αυτό το σπίτι . 




Το άρθρο αυτό είναι αφιερωμένο σε έναν άνθρωπο που αγαπώ πάρα πολύ και που θαυμάζω απεριόριστα . Δυστυχώς , ο φίλος μου αυτός πήγε ένα ταξίδι που δεν μπορούσα να τον ακολουθήσω . Του το είχα πει πολλές φορές να μην πηγαίνει όπου εγώ δεν μπορούσα να πάω , αλλά ήταν αδάμαστη ψυχή και σχεδόν ποτέ δεν με άκουγε . Αφιερωμένο για εσένα , λοιπόν , παλιόφιλε . Σε αγαπάω πολύ και να προσέχεις . Σου Αφιερώνω επίσης και το τραγούδι του Marco Mengoni " Ti ho voluto bene veramente"  που κάθε φορά που το ακούω χαμογελάω από το πόσο τέλεια περιγράφει όλα όσα εγώ θέλω να σου πω . 



Così sono partito per un lungo viaggio
Lontano dagli errori e dagli sbagli che ho commesso
Ho visitato luoghi
Per non doverti rivedere
E più mi allontanavo
E più sentivo di star bene
E nevicava molto
Però
Io camminavo
A volte ho acceso un fuoco per il freddo e ti pensavo
Sognando ad occhi aperti
Sul ponte di un traghetto
Credevo di vedere dentro il mare
Il tuo riflesso
Le luci dentro al porto
Sembravano lontane
Ed io che mi sentivo
Felice di approdare
E mi cambiava il volto
La barba mi cresceva
 Trascorsi giorni interi senza dire una parola
E quanto avrei voluto in quell'istante che
Ci fossi
Perché ti voglio bene veramente
E non esiste un luogo dove non mi torni in mente
Avrei voluto averti veramente
E non sentirmi dire
Che non posso farci niente
Avrei trovato molte più risposte
Se avessi chiesto a te
Ma non fa niente
 Non posso farlo ora che sei così lontana
 Mi sentirei di dirti
Che il viaggio cambia un uomo
E il punto di partenza
Sembra ormai così lontano
La meta non è un posto
Ma è quello che proviamo
E non sappiamo dove
Nè quando ci arriviamo
 Trascorsi giorni interi senza dire una parola
Credevo che fossi davvero lontana
Sapessimo prima di quando partiamo
Che il senso del viaggio é la meta e il richiamo
Perché ti voglio bene veramente
E non esiste un luogo dove non mi torni in mente
Avrei voluto averti veramente
E non sentirmi dire che non posso farci niente
Avrei trovato molte piú risposte
Se avessi chiesto a te
Ma non fa niente
Non posso farlo ora
Che sei cosí lontana
Non posso farlo ora

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Οι καταραμένοι

Πολυχρησιμοποιημένα σεντόνια , μπαλωμένες λέξεις , δανειζόμενες ανάσες . Ναι , δεν ήσουν ακριβώς κλέφτης . Ήξερες να εκτιμάς τον αντίπαλο , να τον διαλέγεις . Ήξερες πως ό,τι ήθελες να πάρεις ήταν ήδη δικό σου . Ήσουν απατεώνας μα όχι κλέφτης . Έπειτα είχες αυτό το στραβό  ξεχαρβαλωμένο χαμόγελο στο πρόσωπο . Ύπουλο , αισθησιακό . 
  Δεν θα σου κρύψω πως και εγώ παρασύρθηκα από το σκοτάδι σου . Ντυμένος με μυστήριο και  θραύσματα και ομίχλη . Με τραβούσαν αυτά τα απόμερα μέρη . Ήμουν ο Πόε και ήσουν το κοράκι . Η αίσθηση ότι ήμουν κάτι παραπάνω από σάρκα , βλέννες και οστά . Πως ήμουν ένα ποιήμα αθάνατο και ανεξάρτητο ίσως ήταν και η αιτία που έμεινα μαζί σου . Εγωιστικό αλλά ειλικρινές .
   Ίσως να αγάπησα την ιδέα σου παρά εσένα ή απλώς δεν ήθελα να ήμουν κάποιος καταραμένος ποιητής την ώρα που ήθελα να ήμουν το ποίημα .  Ακόμα και έτσι όμως , κάθε φορά που κοιτάζω τον μπόγο από τα ρούχα που μαζεύονται στο πάτωμα εύχομαι να ήταν δικά σου  . 
   Διχασμένη δεν είμαι , αναποφάσιστη θα το όριζα . Μου άρεσε η συνήθεια και ας μην το παραδεχόμουν . Στν συνήθεια είχες βεβαιότητα , ασφάλεια . Ένα είδος αυταπάτης πως το σκοτάδι δεν είναι κοντά σου . Αν έκλεινα  τα μάτια , ωστόσο , ήταν και πάλι εκεί . Δεν το έβλεπα ; Δεν ήθελα να το βλέπω ; Ποιός ξέρει . 
  Καταλαβαίνω τώρα έστω και καθυστερημένα γιατί δεν ταίριαζες στο παζλ . Ήθελες ελευεθερία και σε πριόνιζα για να μπορέσεις να ταιριάξεις με τα υπόλοιπα κομμάτια . Δεν φταίω εγώ εξ'ολοκλήρου . Εσύ με άφηνες να βουτάω από απότομες κορυφές . Με ανέβαζες τάχα να δω την θέα  . Το μόνο που είδα ήταν τον εαυτό μου καθώς έπεφτα να λέει "Αλλάζεις" . 
   Δεν λέω πολλοί αγαπούν τα ύψη , το κίνδυνο που ενέχουν . Είναι μια μορφή aπαλλαγής  από τα δεσμά σου . Κάθε φορά πάντως που εγώ βουτούσα στο κενό τόσο πιο βαριές ένιωθα τις αλυσίδες . Ευχόμουν βλέπεις να με σώσεις  . Λάθος μου . Σχεδόν ποτέ δεν ήσουν από κάτω και τις λίγες φορές που ήσουν μάλλον είχες βρεθεί εκεί τυχαία . 
   Δεν σε μισώ να ξέρεις . Δεν είναι στην φύση μου να σε μισήσω . Αν το κάνω υπογράφω ένα συμβόλαιο να σε έχω στα στήθη μου εικοσιτέσερεις ώρες το εικοσιτετράωρο να καίγεσαι . Αυτό κόλαση για εσένα δεν είναι σου αρέσουν τα τροπικά μέρη . Αγαπάς την προσοχή , τα στήθη . Για εμένα θα είναι ένα βάρος . Θα πρέπει να βήχω τις στάχτες σου συνεχώς . Θα πρέπει να ζω με το κάρβουνο να βαραίνει το προκάρδιο και με τον φόβο πως μπορεί να σε κάψω εντελώς . 
    Φοβάμαι πως άμα σε καταδικάσω σε αυτό δεν θα είναι για το δικό σου καλό . Μάλλον για να σε προσαρμόσω ξανά στα μέτρα μου . Μίσος , αγάπη είναι το ίδιο πράγμα , μόνο ο φωτισμός αλλάζει . 

                                                    

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Ανοίγω

Έφτασε ο καιρός που οι δρόμοι παύουν να μοιάζουν γνωστοί. Αν τους παρατηρήσεις καλά , βέβαια, είναι ίδιοι και απαράλλακτοι , αλλά με τα φωτάκια των 0.99 ευρώ να κρέμονται σε κάθε τοίχο , λάμπα και κολώνα μπερδεύεσαι . Η μουσική που ξεχυλίζει από τα ηχεία της πόλης σε κάνει να παρασύρεσαι. Πιστεύειες πως είσαι σε παραμύθι και χωρίς να το ελέγχεις τα χείλη σου σχηματίζουν ένα κουτσό χαμόγελο .
  Όμως ακόμα και σε αυτό το καλοστημένο παραμύθι εσύ περπατάς τις λεωφόρους μόνος . Όλοι έχουν κάποιον δίπλα τους . Έναν πρίγκιπα με καλοσιδερομένο κουστούμι ή έναν ιππότη με μια Χάρλει στην άκρη του δρόμου . Εσύ όμως όχι . Ο δικός σου ο πρίγκιπας ήταν φιάσκο . Ο ιππότης δε μάλλον χάθηκε . Υπήρξαν στιγμές που ( μάλλον από κάποιο χωροχρονικό σφάλμα ) καταφέρατε να συγχρονιστείτε στο ίδιο μήκος κύματος , αλλά ήταν σύντομο και τώρα δεν είναι πάλι εδώ.
  Με τις μπάλες των δέντρων να αντανακλούν παντού την συντροφικότητα αρχίζεις και αισθάνεσαι μισός. Κάτι σου λείπει . Κάτι σημαντικό . Μαθαίνεις να χορεύεις ανεπαίσθητα με τα βήματα κάποιου άλλου σκοπού και όχι του δικού σου . Δεν μπορείς να αντιληφθείς ότι και εσύ στην ατομικότητά σου δνε είσαι ελλιπής . Δεν είσαι μισός . Ό,τι ειλικρινά χρειάζεσαι βρίσκεται ήδη μέσα σου - και ο σκοπός και τα βήματα και η δύναμη .
  Θυμάμαι πως φοβόμουν να βγω από το σπίτι τέτοιες μέρες . Έλεγα πως δεν θα αντέξω να βλέπω την ευτυχία των άλλων όταν εγώ ένιωθα να βαραίνει τα βλέφαρά μου η μοναξιά . Προτιμούσα να κλείνω τις κουρτίνες και να παρακολουθώ χαζοταινίες στην τηλεόραση παρά να σωπάσω τις παραφωνίες στο κεφάλι μου και να ακούσω το τραγούδι μου .
   Χθες , ωστόσο , πήρα μια βαθιά ανάσα και άλλαξα τα μάτια που έβλεπα τον κόσμο . Σκέφτηκα πως δεν θα έπρεπε να φοβάμαι την ευτυχία των άλλων γιατί και αυτό από μόνο του είναι ωραίο . Και τί δηλαδή αν εσύ έχεις ακόμα περισσότερα μίλια για να φτάσεις στον προορισμό σου ; Το ταξίδι από μόνο του δεν μπορεί να είναι συναρπαστικό; Εξάλλου ό,τι παράγει πολύ ήχο , όπως οι προκηρύξεις ευτυχίας μόνο στο πλαίσιο των Χριστουγέννων , συνήθως από μέσα είναι άδειο πχ το τύμπανο .
  Πήρα ένα μικρό σακίδιο , φόρεσα ένα κόκκινο κασκόλ και βγήκα . Περπάτησα στους δρόμους και αντι να κοιτάζω τα σπασμένα σώματα στις βιτρίνες κοίταζα τους ανθρώπους . Τα παιδιά που γελούσαν , εκείνο το γέρικο ζευγάρι που ψώνιζαν για τα εγγόνια τους με στήθια φουσκωμένα από περηφάνια , δύο ερωτευμένους που γελούσαν . Ήταν πραγματικά ό,τι ωραιότερο είχα δει στην ζωή μου . Μόνο αυτό με έκανε να νιώθω ήδη ευτυχισμένη  .
    Καθώς κατηφόριζα από ένα πλακόστρωτο στενό η έντονη μυρωδιά του καφέ που ερχόταν από ένα μικρό μαγαζί με τράβηξε μέσα . Κάθισα σε μια καθιστή καρέκλα  στα ζεστά και παρήγγειλα το συνηθισμένο καπουτσίνο με μπόλικο αφρόγαλα . Καθόμουν μόνη και δεν περίμενα κανένα . Δεν ήθελα και κανέναν να έρθει . Δεν ήμουν μόνη . Έβγαλα το βιβλίο μου και διάβασα με την ησυχία μου για ώρες . Πόσο γεμάτη ένιωσα εκείνη την στιγμή .
   Ίσως , λοιπόν , το μόνο που χρειάζεται για να είναι κάποιος χαρούμενος είναι να ανοίγει . Όχι δώρα με φθηνά περιτυλίγματα από τα Τζάμπο . Αλλά να ανοίγει τα αφτιά , τα μάτια , την καρδιά , το μυαλό και τέλος τα χέρια για να αγκαλιάσει την διαφορά , έναν άνθρωπο .

Καλά Χριστούγεννα ! 

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Ήχοι

Τα βράδια είναι πράγματι καταραμένα . Μου το είχες πει και εγώ ανασήκωσα τους ώμους . Τώρα όμως το βλέπω καθαρά . Την ημέρα μαθαίνεις να αγνοείς τους ήχους που σε περιτριγυρίζουν . Αγνοείς τον χτύπο από τα τακούνια στα πεζοδρόμια , τις κουβέντες των περαστικών , τον ήχο της εφημερίδας που ξεδιπλώνεται , το μουγκρητό των εξατμίσεων , το φύσημα της μύτης κάποιου περαστικού . Ακόμα και αν όλα αυτά πέφτουν στην αντιληψή σου δεν σε ενοχλούν . Έμαθες να μην εστιάζεις την προσοχή σου στις λεπτομέρειες . 
   Τα βράδια από την άλλη δεν έχεις πολλές επιλογές . Όταν το φεγγάρι κρεμιέται από μία καμινάδα και οι δρόμοι ησυχάσουν δεν μπορείς να αγνοήσεις τον παραμικρό ήχο . Ακούς πρωτόγνωρα ηχοχρώματα : όπως το βροντητό στο στήθος σου , το σύρσιμο μιας αράχνης στην σκονισμένη γωνία της κρεβατοκάμαρας , τις φωνές που διηγούνται τις σκεψεις σου ... Είναι τόσα πράγατα που ξετυλίγει η σιωπή και δεν μπορείς παρά να υποθέσεις πως ακόμα και αυτή έχει φωνή . 
   Είναι δύσκολο να κοιμηθείς , βέβαια , με όλη αυτήν την αναστάτωση . Σφίγγεις τα μάτια ή κρύβεις το κεφάλι σου κάτω από το μαξιλάρι για να βρεις την ηρεμία σου . Ορίστε άλλη μια σκοτεινή διάσταση της νύχτας , δεν είσαι ποτέ πραγματικά μόνος σου . Είσαι εσύ και εκατομύριες σκέψεις που διασχίζουν το μυαλό σου , μερικές φορές μάλιστα και αλλότριες . Σαν να σου έχουν επιβληθεί από έξω ή σαν να υπάρχει και κάποιος άλλος στο κεφάλι σου . Έπειτα , τί ενοχλητική που είναι αυτή η αράχνη ; Δεν έχει σταματήσει να στριφογυρνάει στον ιστό της . 
  Είναι καταραμένα τα βράδια . Μου το είχες πει αλλά δεν ήθελα να σε πιστέψω .

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Αδιέξοδα

Με το χέρι του χτύπησε  το τραπέζι . Ο ήχος φάνταζε εκκωφαντικός στα αφτιά της . Αντανακλαστικά έκλεισε τα μάτια και παραπάτησε προς τα πίσω . Θα έλεγες πως έψαχνε κάποιο τρόπο διαφυγής . Εκείνος στεκόταν άκαμπτος μπροστά της , με μάτια θολά . Τα χείλη του είχαν συστραφεί με τέτοιο τρόπο που η όψη του γινόταν ακόμα πιο τρομακτική . Οι εκρήξεις αυτές γίνονταν όλο και πιο συχνές τον τελευταίο καιρό. Στην αρχή αποτελούσαν την αιτία εντάσεων , καυγάδων και ατελείωτων διαμαρτυριών. Πλέον δεν υπήρχαν οι φασαρίες . Από την μέρα που αυτό το χέρι που τώρα ακουμπούσε στο τραπέζι είχε ακουμπήσει στο μάγουλό της , δεν δημιουργήθηκε  ξανά κάποια φασαρία . Η σιωπή είχε μπει ανάμεσά τους .
    Θυμόταν πως πολλές φορές στο παρελθόν γέμιζαν τις παύσεις τους με σιωπές . Σιωπές όμως φλύαρες που δεν  τους χώριζαν . Θυμόταν τα βλέμματα που τις γέμιζαν , τα πνιχτά γέλια που σβήνοντας άφηναν τα ίχνη τους σε χαμόγελα . Θυμόταν που περνούσαν ολόκληρα βράδια ξάγρυπνοι για να αφηγούνται ιστορίες   , τις δικές τους ιστορίες . Ο κόσμος έμοιαζε πολύ πιο απλός τότε .
   Για να φτάσουν ως εδώ πέρασε καιρός . Δεν ήταν η ρουτίνα ακριβώς που τους αποξένωσε . Ήταν η απώλεια . Κάθε μέρα και από λίγο άλλαζαν και οι δυο τους  . Άλλαζαν δέρματα , όνειρα , συνήθειες , φιλίες . Θα είχαν γεμίσει ένα ολόκληρο νεκροταφείο από όλα τα άτομα που υπήρξαν μέχρι τότε . Αυτήν την αλλαγή δεν μπορούσε να αντέξει η σχέση τους  και γι'αυτήν την αλλαγή δεν έφταιγε αυτός . Έφερε και εκείνη τις ευθύνες της . Αν δεν τον πίεζε να επιστρέψει στο παρελθόν , αν δεν τον σύγκρινε με άλλους , αν δεν είχε πάψει να τον αγαπά το ίδιο ...
   Όσο συλλογιζόταν αυτά , εκείνος κάπνιζε το πούρο του . Ο καπνός ζέσταινε τα πνευμόνια του και έμοιαζε να το απολαμβάνει . Γρήγορα , ωστόσο , λύγισε , Το πρόσωπό του συσπάστηκε και δίχως να μπορεί να διατηρήσει την αυτοκυριαρχία του έβαλε τα κλάματα . Αν και είχε ορκιστεί στον εαυτό του να προσπαθήσει να διορθώσει την κατάσταση , και πάλι σήμερα της φώναξε . Δεν άντεχε να ζει έτσι . Για την ακρίβεια δεν άντεχε να ζει με τον εαυτό του . Ήξερε πως νοιαζόταν για εκείνον , αλλά δεν τον αγαπούσε και αυτό τον πλήγωνε. Ένιωθε ενοχές που δεν μπορούσε να είναι αρκετός για εκείνη . Οι ενοχές του ήταν κομμάτι της απώλειας .
  Γιατί δεν έφευγε αφού δεν τον αγαπούσε ; Γιατί έπρεπε να τον βασανίζει έτσι ; Προσπάθησε να διώξει αυτές τις σκέψεις , μα δεν μπορούσε . Σύντομα τα δάκρυα στέγνωσαν και στα μάτια του αποτυπώθηκε ένα φάσμα σκιάσεων . Οι πιο ανοιχτόχρωμες πρόδιδαν την οργή του , την ακόρεστη οργή του να την εκδικηθεί . Στις πιο σκοτεινές από αυτές , αν παρατηρούσες καλά , διέκρινες την απογοήτευση . Πότε θα ερχόταν να τις σκουπίσει αυτές τις στάχτες από τα μάτια του ; Και οι δυο περίμεναν ένα βήμα που ποτέ δεν γινόταν .
Damien Rice "9 crimes" lyrics 

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Μία πολύ ανθρώπινη ιστορία

Το ρολόι σήμανε τρεις . Τρεις ακριβώς . Ήταν η ώρα του φαγητού, όλοι θα μαζεύονταν στην τραπεζαρία, θα κοίταζαν την λευκή πορσελάνη και δεν θα αντάλλαζαν κανένα φθόγγο. Όχι , δεν μισούσαν ο ένας τον άλλον , ήταν περισσότερο σαν ένα είδος πειθαρχίας όπου αδιαφορούσες για τις λεπτομέρειες . Λεπτομέρειες όπως ένα χαμόγελο , ένα βλέμμα γεμάτο μυστήριο , το χρώμα των ματιών .
     "Δεν μπορεί αυτοί να είναι άνθρωποι . " σκεφτόταν ολοένα και πιο συχνά ο Χάρι . Η επιμονή αυτής της σκέψης ενώ στην αρχή τον έκανε να νιώθει ενοχές για τον τρόπο που αισθανόταν , σταδιακά μετατρεπόταν σε κάτι πιο παγιωμένο , σαν ένα γεγονός αυταπόδεικτο ίσως . Έπρεπε να βρει κάποιο τρόπο να δραπετεύσει από εκείνο το μέρος που ποτέ τίποτα δεν χάνει για λίγο τον έλεγχο .
  Εκεί μεγάλωσε ,όμως . Το μέρος ήταν ποτισμένο με μυρωδιές χρωματισμένες με εκείνη  την ιδιαίτερη αθωότητα των παιδικών του χρόνου. Πίστευε πως τα χρώματα αυτά μάλιστα ήταν τόσο ζωντανά και διαφορετικά σε σχέση με αυτά που είχε δει , ώστε να έπρεπε κάποιος να εφεύρει γι'αυτά καινούρια ονόματα . Έτσι , ποτέ δεν έκανε εκείνο το βήμα , να πιάσει επιτέλους το μπουφάν του και να φύγει . Η απόφαση διέσχιζε το μυαλό του  , μα τα χέρια του έτρεμαν πολύ για να ανοίξουν την πόρτα .
  Και την Ελάιζα ; Τι θα έλεγε η Ελάιζα ; Θα τον ακολουθούσε ή θα επέμενε να μείνουν εκεί ; Την σεβόταν αρκετά για να πάρει μόνος του την πρωτοβουλία . Ήθελε και την δική της γνώμη . Περισσότερο μάλλον ήθελε την δική της στήριξη  γιατί ο ίδιος ήταν που φοβόταν να αποδεσμευτεί από την ασφάλεια του . Τόσα χρόνια φορούσε τις αλυσίδες του και προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο να τις ξεκλειδώσει και τώρα που βρήκε το κλειδί  στεκόταν αμήχανος να το κοιτάει .
   Πόσο θα ήθελε να πει σε κάποιον "Έλα τώρα ξεκλείδωσε με " για να μην χρειαστεί να το κάνει ο ίδιος . Δεν είχε μάθει να ζει με την ευθύνη της ελευθερίας του . Δεν είχε μάθει να ζει με έναν συνειδητό εαυτό .  Η μόνη επιλογή που ήξερε πως του άνηκε ολοκληρωτικά ήταν η Ελάιζα . Μαζί της δεν αισθανόταν να πνίγεται στα λόγια του . Μπορούσε να σκεφτεί δυνατά και να βγάλει την μάσκα του καθωσπρεπισμού .
  Δεν μπορούσε λοιπόν να την αφήσει πίσω .  Θα της το πρότεινε το ίδιο βράδυ κιόλας . Θα της έλεγε πως θέλει να φύγει . Θα την έπιανε από το χέρι και θα τρέχανε έξω από το σπίτι , πέρα από τον φράκτη πέρα από απρόσωπες ψυχές  . Αφοσιώθηκε στο να δημιουργήσει ένα ευνοικό κλίμα  . Μια ατμόσφαιρα που θα μπορούσε να καθαρίσει το φορτίο των λέξεων για να μην σπάσουν με μανία στο έδαφος . Το τελευταίο πράγμα που ήθελε να κάνει ήταν να την πληγώσει . Ακόμα όμως και αυτό ήταν στην λίστα .
   Μετά από δύο ώρες περίπου κατέβηκε από το δωμάτιό της βρήκε τον Χάρι να κοιτάει έξω απότο παράθυρο . Είχε μόλις αρχίσει να βρέχει. Πλησίαζε αργά προς το μέρος του όσο εκείνος παρακολουθούσε μία σταγόνα που γλιστρούσε πάνω στο τζάμι . " Πρέπει να φύγουμε από εδώ . Δεν Υπάρχει τίποτα που να μας κρατάει . Δεν υπάρχει τίποτα που  να ταρακουνάει την καρδιά μας . Πάμε να φύγουμε από εδώ ." Οι τελευταίοι φθόγγοι ακούστηκαν παράφωνοι . Έβηξε για να διορθώσει την φωνή του . Η Ελάιζα στήριξε το κεφάλι της στον ώμο του και με ένα νεύμα αποδέχτηκε την πρόταση.
  Η σιωπή είχε σταθεί ανάμεσά τους πολλές φορές . Ποτέ δεν τους χώριζε ως τώρα . Η συγκεκριμένη παύση , ωστόσο, ήταν ανυπόφορη . Ο Χάρι αισθανόταν το αίμα να χτυπά στο κεφάλι του . δεν μπορούσε να ελέγξει το σώμα του . Τα μάτια του είχαν κοκκινίσει και σύντομα μερικά δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό του . Δεν ήξερε γιατί είχε αναστατωθεί τόσο . Ένιωθε πάντως πολύ καλύτερα που τα χέρια της Ελάιζα ήταν γύρω του . Παρόλο που την αισθανόταν , υπήρχε κάτι το άυλο σε εκείνη . Τα μάτια της ίσως που ήταν πάντοτε τόσο διαπεραστικά  ή τα χείλη της που όταν συστρέφονταν την έκαναν ακόμα πιο γοητευτική .
   Αν και η ανάσα της ζέσταινε τον ακάλυπτο λαιμό του ένιωθε μόνος στο δωμάτιο . Εκείνη για να τον ηρεμήσει έπιασε τα χέρια του και με όλη της την δύναμη τον έσπρωχνε προς το μέρος της . Άρχισαν να χορεύουν σε μια μελωδία που εκείνοι μόνο άκουγαν , Η μοναδική ελευθερία του Χάρι ήταν αυτή , εκείνη η άχρονη στιγμή που χόρευε με την Ελάιζα . Ξαφνικά αισθάνθηκε έναν αβάσταχτο πόνο στα πόδια . Δεν ήθελε να σταματήσει τον χορό και έσπρωχνε τον εαυτό του να συνεχίσει .
   Ο πόνος όμως γινόταν ολοένα και πιο δυνατός . Κοίταξε προς τα κάτω και είδε ότι ήταν ξυπόλυτος . Θυμόταν πως είχε φορέσει παπούτσια και όμως τώρα χόρευε  πάνω σε ένα ξύλινο δάπεδο που του άφησε αγκίδες στα γυμνά του πόδια . Σηκώνοντας το βλέμμα του είδες πως δεν υπήρχε κανένας στο δωμάτιο . Η Ελάιζα με την οποία προ λίγου χόρευε είχε εξαφανιστεί . Δεν θυμόταν τα ονόματα των υπόλοιπων μέσα στο σπίτι . Μόνο για το όνομα της Ελάιζα ήταν σίγουρος και όλο το φώναζε .
   Δεν έπαιρνε καμία απάντηση πίσω παρά μόνο την ηχώ της φωνής του . Παρατήρησε πως οι τοίχοι μετατρέπονταν σταδιακά σε στάχτη και σκορπίζονταν στον αέρα . Ο επιβλητικός φράκτης έπεσε σαν να ήταν χάρτινος και αντίκρισε έναν κόσμο διαφορετικό . Άνθρωποι με πολλές διαφορετικές εκφράσεις βάδιζαν βιαστικά προς κάθε κατεύθυνση . Παρόλο που δεν ήταν διαφορετικοί από εκείνους που είχε συνηθίσει στο σπίτι , είχαν τουλάχιστον άλλα πρόσωπα .
   Κάποιοι είχαν βλέμματα άδεια  , ορισμένοι το βλέμμα τους αντανακλούσε το πνεύμα τους . Ήταν λες και κοίταζαν προς τα μέσα , προς έναν εσωτερικό θησαυρό που οι περισσότεροι αγνοούσαν ή απλώς έριχναν του μια ματιά . Σε κάποιους τα χείλη τρεμόπαιζαν . Μια κοπέλα τα δάγκωνε . Ένας άντρας που καθόταν σε ένα παγκάκι έκανε διάφορες γκριμάτσες αποδοκιμασίας καθώς διάβαζε τα νέα  . Μία μητέρα στο απέναντι πάρκο γελούσε με τα κατορθώματα του παιδιού της ,
    Ο Χάρι είχε μείνει άναυδος από την μοναδικότητα  των ανθρώπων αυτών . Κύματα ζεστασιάς ένιωσε να τον γεμίσουν , Αγαπούσε στα ξαφνικά κάθε έναν από αυτούς και όλους μαζί ταυτόχρονα . Τους αγαπούσε με την ίδια ένταση που αγαπούσε και την Ελάιζα , λες και η αγάπη του προς εκείνη ήταν μονάχα ένα ξεδίπλωμα της ψυχής του . Μονάχα η αρχή της πορείας της αγάπης , η οποία στην συνέχεια της αγκάλιαζε όλους τους ανθρώπους και όλο τον κόσμο . Ναι , αυτή πρέπει να είναι η φύση της αγάπης σκέφτηκε .
   Ύστερα πάλι ένα ρίγος σκαρφάλωσε στην σπονδυλική του στήλη . Που ήταν η Ελάιζα ; Τί απέγινε το σπίτι του ; Άρχισε να ρωτάει τους περαστικούς για το σπίτι δίπλα στο πάρκο και για την Ελάιζα . Κανένας δεν του έδινε σημασία , σχεδόν σαν μην υπήρχε . Κάποια στιγμή μια γυναίκα τον πλησίασε και του έδωσε μερικά χρήματα στο χέρι . "Πάρτα πίσω δεν είμαι ζητιάνος ! Πάρτα πίσω και πες μου , πες μου τι απέγινε το σπίτι και η γυναίκα ." . Η κυρία τραβήχτηκε προς τα πίσω . Έμοιαζε σαν να έψαχνε κάποιο τρόπο διαφυγής .
   Ο Χάρι το συνειδητοποίησε αυτό έγκαιρα και χαμήλωσε τον τόνο της φωνής του . " Σας παρακαλώ μην φοβάστε  . Θέλω απλώς να μάθω τι  απέγινε αυτό το σπίτι που ήταν εδώ " . Η κυρία που είχε ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της χαμογέλασε διστακτικά  και διηγήθηκε τα όσα γνώριζε .
    " Σε εκείνο το σπίτι έμενε μόνος του ένας άνδρας λένε που φοβόταν τους ανθρώπους . Έλεγε πως είναι τέρατα και γι'αυτό είναι καλύτερα να ζει μόνος του . Δημοσιογράφος ή συγγραφέας πρέπει να ήταν . Δεν ξέρω γιατί είχε απελπιστεί τόσο πολύ από τον κόσμο . Αν και εγώ πιστεύω πως στην πραγματικότητα είχε απελπιστεί από τον εαυτό του . Μισούσε τους ανθρώπους επειδή σε αυτούς αναγνώριζε κάτι από τον εαυτό του , κάτι που μισούσε στον ίδιο . Μάλλον το γεγονός ότι είναι γεμάτος ατέλειες και ελλατώματα . Εγώ πιστεύω πως χάρη σε αυτά κάποιος γίνεται σπουδαίος , αλλά υπάρχουν πολλές απόψεις . Δεν ξέρω .  Αυτός , λοιπόν, ήταν θεοπάλαβος . Κατασκεύασε ομοιώματα ανθρώπων για να αντέξει την μοναξιά . Όσοι τον ήξεραν είπαν πως δεν ήταν πάντα έτσι , αλλά μετά που η γυναίκα του σκοτώθηκε αποτρελάθηκε , Τώρα που το σκέφτομαι άνθρωπος την σκότωσε , δεν με εκπλήσσει που τους μίσησε . Κανένας δεν ξέρει τι απέγινε . Μια μέρα τον είδαν να βάζει φωτιά στο σπίτι και να τρέχει ημίγυμνος όσο πιο μακρυά μπορούσε . Αυτά ξέρω " .
     Ο Χάρι ένιωθε σαν να είχε ξυπνήσει από κάποιο εφιάλτη . Οι παλάμες του είχαν ιδρώσει και μέσα από την διήγηση ολοένα και θυμόταν . Θυμόταν την απώλεια , τον θρήνο που έγινε οργή . Την ανάγκη του να εκδικηθεί ,να βρει έναν ένοχο . Θυμήθηκε το τυφλό μίσος του που δεν είχε συγκεκριμένο παραλήπτη . Θυμήθηκε πως με την πάροδο του χρόνου η μοναξιά ρίζωνε στο στήθος του και άρχιζε να τον βαραίνει .  Θυμήθηκε πάνω από όλα όμως τον φόβο  να ξανά εμπιστευτεί κάποιον , να ξανά εμπιστευτεί τον εαυτό του . Δεν μπορούσε να ανοιχτεί σε κανέναν και έτσι κλείστηκε στο παρελθόν του , στην ασφάλεια της απόστασης .
    Τώρα μπορούσε να διακρίνει καθαρά τα κλαδιά της μοναξιάς που τον σκέπαζαν .  Τα πόδια του ήταν πράγματι ματωμένα επειδή χόρευε με ένα φάντασμα . Η ψυχή του όντως κρύωνε και για να αμυνθεί η καρδιά του στον κίνδυνο κατασκεύασε έναν δικό του κόσμο  στον οποίο φυλακίστηκε .Έπλασε ένα ψέμα την ώρα που διψούσε για μια αλήθεια , μιας και η αλήθεια του κόσμου ήταν πολύ στενή για τα μέτρα του .
   Έκλαιγε σαν μικρό παιδί . Η γυναίκα δίχως να μπορεί να βρει τα σωστά λόγια έπραξε με το ένστικτό της . Αντί να του δώσει συμβουλές ή έναν ώμο , άνοιξε τα χέρια της και τον αγκάλιασε . Τότε και μόνο τότε ο Χάρι θεραπεύτηκε από την απώλεια και από το μίσος του . Κατάλαβε πως η Ελάιζα δεν είχε ποτέ χαθεί από την στιγμή που η αγάπη του για εκείνην ωρίμασε και αποδέχτηκε όλον τον κόσμο σαν σύνολο . Η Ελάιζα ήταν η γυναίκα , τα δέντρα  , ουρανός  , το χώμα . Ήταν παντού γύρω του και αυτό όφειλε να το υμνήσει .
   Τα χείλη του τεντώθηκαν και από τους πόρους του δέρματος  του εξατμιζόταν η ευτυχία . Απλωνόταν στο σύμπαν και έδινε δύναμη , ώθηση , ενέργεια σε κάποιο αστέρι , κάπου στο σύμπαν να λάμψει στο χρώμα των ματιών της Ελάιζα .