Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Αδιέξοδα

Με το χέρι του χτύπησε  το τραπέζι . Ο ήχος φάνταζε εκκωφαντικός στα αφτιά της . Αντανακλαστικά έκλεισε τα μάτια και παραπάτησε προς τα πίσω . Θα έλεγες πως έψαχνε κάποιο τρόπο διαφυγής . Εκείνος στεκόταν άκαμπτος μπροστά της , με μάτια θολά . Τα χείλη του είχαν συστραφεί με τέτοιο τρόπο που η όψη του γινόταν ακόμα πιο τρομακτική . Οι εκρήξεις αυτές γίνονταν όλο και πιο συχνές τον τελευταίο καιρό. Στην αρχή αποτελούσαν την αιτία εντάσεων , καυγάδων και ατελείωτων διαμαρτυριών. Πλέον δεν υπήρχαν οι φασαρίες . Από την μέρα που αυτό το χέρι που τώρα ακουμπούσε στο τραπέζι είχε ακουμπήσει στο μάγουλό της , δεν δημιουργήθηκε  ξανά κάποια φασαρία . Η σιωπή είχε μπει ανάμεσά τους .
    Θυμόταν πως πολλές φορές στο παρελθόν γέμιζαν τις παύσεις τους με σιωπές . Σιωπές όμως φλύαρες που δεν  τους χώριζαν . Θυμόταν τα βλέμματα που τις γέμιζαν , τα πνιχτά γέλια που σβήνοντας άφηναν τα ίχνη τους σε χαμόγελα . Θυμόταν που περνούσαν ολόκληρα βράδια ξάγρυπνοι για να αφηγούνται ιστορίες   , τις δικές τους ιστορίες . Ο κόσμος έμοιαζε πολύ πιο απλός τότε .
   Για να φτάσουν ως εδώ πέρασε καιρός . Δεν ήταν η ρουτίνα ακριβώς που τους αποξένωσε . Ήταν η απώλεια . Κάθε μέρα και από λίγο άλλαζαν και οι δυο τους  . Άλλαζαν δέρματα , όνειρα , συνήθειες , φιλίες . Θα είχαν γεμίσει ένα ολόκληρο νεκροταφείο από όλα τα άτομα που υπήρξαν μέχρι τότε . Αυτήν την αλλαγή δεν μπορούσε να αντέξει η σχέση τους  και γι'αυτήν την αλλαγή δεν έφταιγε αυτός . Έφερε και εκείνη τις ευθύνες της . Αν δεν τον πίεζε να επιστρέψει στο παρελθόν , αν δεν τον σύγκρινε με άλλους , αν δεν είχε πάψει να τον αγαπά το ίδιο ...
   Όσο συλλογιζόταν αυτά , εκείνος κάπνιζε το πούρο του . Ο καπνός ζέσταινε τα πνευμόνια του και έμοιαζε να το απολαμβάνει . Γρήγορα , ωστόσο , λύγισε , Το πρόσωπό του συσπάστηκε και δίχως να μπορεί να διατηρήσει την αυτοκυριαρχία του έβαλε τα κλάματα . Αν και είχε ορκιστεί στον εαυτό του να προσπαθήσει να διορθώσει την κατάσταση , και πάλι σήμερα της φώναξε . Δεν άντεχε να ζει έτσι . Για την ακρίβεια δεν άντεχε να ζει με τον εαυτό του . Ήξερε πως νοιαζόταν για εκείνον , αλλά δεν τον αγαπούσε και αυτό τον πλήγωνε. Ένιωθε ενοχές που δεν μπορούσε να είναι αρκετός για εκείνη . Οι ενοχές του ήταν κομμάτι της απώλειας .
  Γιατί δεν έφευγε αφού δεν τον αγαπούσε ; Γιατί έπρεπε να τον βασανίζει έτσι ; Προσπάθησε να διώξει αυτές τις σκέψεις , μα δεν μπορούσε . Σύντομα τα δάκρυα στέγνωσαν και στα μάτια του αποτυπώθηκε ένα φάσμα σκιάσεων . Οι πιο ανοιχτόχρωμες πρόδιδαν την οργή του , την ακόρεστη οργή του να την εκδικηθεί . Στις πιο σκοτεινές από αυτές , αν παρατηρούσες καλά , διέκρινες την απογοήτευση . Πότε θα ερχόταν να τις σκουπίσει αυτές τις στάχτες από τα μάτια του ; Και οι δυο περίμεναν ένα βήμα που ποτέ δεν γινόταν .
Damien Rice "9 crimes" lyrics