Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αδιέξοδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αδιέξοδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Οι καταραμένοι

Πολυχρησιμοποιημένα σεντόνια , μπαλωμένες λέξεις , δανειζόμενες ανάσες . Ναι , δεν ήσουν ακριβώς κλέφτης . Ήξερες να εκτιμάς τον αντίπαλο , να τον διαλέγεις . Ήξερες πως ό,τι ήθελες να πάρεις ήταν ήδη δικό σου . Ήσουν απατεώνας μα όχι κλέφτης . Έπειτα είχες αυτό το στραβό  ξεχαρβαλωμένο χαμόγελο στο πρόσωπο . Ύπουλο , αισθησιακό . 
  Δεν θα σου κρύψω πως και εγώ παρασύρθηκα από το σκοτάδι σου . Ντυμένος με μυστήριο και  θραύσματα και ομίχλη . Με τραβούσαν αυτά τα απόμερα μέρη . Ήμουν ο Πόε και ήσουν το κοράκι . Η αίσθηση ότι ήμουν κάτι παραπάνω από σάρκα , βλέννες και οστά . Πως ήμουν ένα ποιήμα αθάνατο και ανεξάρτητο ίσως ήταν και η αιτία που έμεινα μαζί σου . Εγωιστικό αλλά ειλικρινές .
   Ίσως να αγάπησα την ιδέα σου παρά εσένα ή απλώς δεν ήθελα να ήμουν κάποιος καταραμένος ποιητής την ώρα που ήθελα να ήμουν το ποίημα .  Ακόμα και έτσι όμως , κάθε φορά που κοιτάζω τον μπόγο από τα ρούχα που μαζεύονται στο πάτωμα εύχομαι να ήταν δικά σου  . 
   Διχασμένη δεν είμαι , αναποφάσιστη θα το όριζα . Μου άρεσε η συνήθεια και ας μην το παραδεχόμουν . Στν συνήθεια είχες βεβαιότητα , ασφάλεια . Ένα είδος αυταπάτης πως το σκοτάδι δεν είναι κοντά σου . Αν έκλεινα  τα μάτια , ωστόσο , ήταν και πάλι εκεί . Δεν το έβλεπα ; Δεν ήθελα να το βλέπω ; Ποιός ξέρει . 
  Καταλαβαίνω τώρα έστω και καθυστερημένα γιατί δεν ταίριαζες στο παζλ . Ήθελες ελευεθερία και σε πριόνιζα για να μπορέσεις να ταιριάξεις με τα υπόλοιπα κομμάτια . Δεν φταίω εγώ εξ'ολοκλήρου . Εσύ με άφηνες να βουτάω από απότομες κορυφές . Με ανέβαζες τάχα να δω την θέα  . Το μόνο που είδα ήταν τον εαυτό μου καθώς έπεφτα να λέει "Αλλάζεις" . 
   Δεν λέω πολλοί αγαπούν τα ύψη , το κίνδυνο που ενέχουν . Είναι μια μορφή aπαλλαγής  από τα δεσμά σου . Κάθε φορά πάντως που εγώ βουτούσα στο κενό τόσο πιο βαριές ένιωθα τις αλυσίδες . Ευχόμουν βλέπεις να με σώσεις  . Λάθος μου . Σχεδόν ποτέ δεν ήσουν από κάτω και τις λίγες φορές που ήσουν μάλλον είχες βρεθεί εκεί τυχαία . 
   Δεν σε μισώ να ξέρεις . Δεν είναι στην φύση μου να σε μισήσω . Αν το κάνω υπογράφω ένα συμβόλαιο να σε έχω στα στήθη μου εικοσιτέσερεις ώρες το εικοσιτετράωρο να καίγεσαι . Αυτό κόλαση για εσένα δεν είναι σου αρέσουν τα τροπικά μέρη . Αγαπάς την προσοχή , τα στήθη . Για εμένα θα είναι ένα βάρος . Θα πρέπει να βήχω τις στάχτες σου συνεχώς . Θα πρέπει να ζω με το κάρβουνο να βαραίνει το προκάρδιο και με τον φόβο πως μπορεί να σε κάψω εντελώς . 
    Φοβάμαι πως άμα σε καταδικάσω σε αυτό δεν θα είναι για το δικό σου καλό . Μάλλον για να σε προσαρμόσω ξανά στα μέτρα μου . Μίσος , αγάπη είναι το ίδιο πράγμα , μόνο ο φωτισμός αλλάζει . 

                                                    

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015

Αδιέξοδα

Με το χέρι του χτύπησε  το τραπέζι . Ο ήχος φάνταζε εκκωφαντικός στα αφτιά της . Αντανακλαστικά έκλεισε τα μάτια και παραπάτησε προς τα πίσω . Θα έλεγες πως έψαχνε κάποιο τρόπο διαφυγής . Εκείνος στεκόταν άκαμπτος μπροστά της , με μάτια θολά . Τα χείλη του είχαν συστραφεί με τέτοιο τρόπο που η όψη του γινόταν ακόμα πιο τρομακτική . Οι εκρήξεις αυτές γίνονταν όλο και πιο συχνές τον τελευταίο καιρό. Στην αρχή αποτελούσαν την αιτία εντάσεων , καυγάδων και ατελείωτων διαμαρτυριών. Πλέον δεν υπήρχαν οι φασαρίες . Από την μέρα που αυτό το χέρι που τώρα ακουμπούσε στο τραπέζι είχε ακουμπήσει στο μάγουλό της , δεν δημιουργήθηκε  ξανά κάποια φασαρία . Η σιωπή είχε μπει ανάμεσά τους .
    Θυμόταν πως πολλές φορές στο παρελθόν γέμιζαν τις παύσεις τους με σιωπές . Σιωπές όμως φλύαρες που δεν  τους χώριζαν . Θυμόταν τα βλέμματα που τις γέμιζαν , τα πνιχτά γέλια που σβήνοντας άφηναν τα ίχνη τους σε χαμόγελα . Θυμόταν που περνούσαν ολόκληρα βράδια ξάγρυπνοι για να αφηγούνται ιστορίες   , τις δικές τους ιστορίες . Ο κόσμος έμοιαζε πολύ πιο απλός τότε .
   Για να φτάσουν ως εδώ πέρασε καιρός . Δεν ήταν η ρουτίνα ακριβώς που τους αποξένωσε . Ήταν η απώλεια . Κάθε μέρα και από λίγο άλλαζαν και οι δυο τους  . Άλλαζαν δέρματα , όνειρα , συνήθειες , φιλίες . Θα είχαν γεμίσει ένα ολόκληρο νεκροταφείο από όλα τα άτομα που υπήρξαν μέχρι τότε . Αυτήν την αλλαγή δεν μπορούσε να αντέξει η σχέση τους  και γι'αυτήν την αλλαγή δεν έφταιγε αυτός . Έφερε και εκείνη τις ευθύνες της . Αν δεν τον πίεζε να επιστρέψει στο παρελθόν , αν δεν τον σύγκρινε με άλλους , αν δεν είχε πάψει να τον αγαπά το ίδιο ...
   Όσο συλλογιζόταν αυτά , εκείνος κάπνιζε το πούρο του . Ο καπνός ζέσταινε τα πνευμόνια του και έμοιαζε να το απολαμβάνει . Γρήγορα , ωστόσο , λύγισε , Το πρόσωπό του συσπάστηκε και δίχως να μπορεί να διατηρήσει την αυτοκυριαρχία του έβαλε τα κλάματα . Αν και είχε ορκιστεί στον εαυτό του να προσπαθήσει να διορθώσει την κατάσταση , και πάλι σήμερα της φώναξε . Δεν άντεχε να ζει έτσι . Για την ακρίβεια δεν άντεχε να ζει με τον εαυτό του . Ήξερε πως νοιαζόταν για εκείνον , αλλά δεν τον αγαπούσε και αυτό τον πλήγωνε. Ένιωθε ενοχές που δεν μπορούσε να είναι αρκετός για εκείνη . Οι ενοχές του ήταν κομμάτι της απώλειας .
  Γιατί δεν έφευγε αφού δεν τον αγαπούσε ; Γιατί έπρεπε να τον βασανίζει έτσι ; Προσπάθησε να διώξει αυτές τις σκέψεις , μα δεν μπορούσε . Σύντομα τα δάκρυα στέγνωσαν και στα μάτια του αποτυπώθηκε ένα φάσμα σκιάσεων . Οι πιο ανοιχτόχρωμες πρόδιδαν την οργή του , την ακόρεστη οργή του να την εκδικηθεί . Στις πιο σκοτεινές από αυτές , αν παρατηρούσες καλά , διέκρινες την απογοήτευση . Πότε θα ερχόταν να τις σκουπίσει αυτές τις στάχτες από τα μάτια του ; Και οι δυο περίμεναν ένα βήμα που ποτέ δεν γινόταν .
Damien Rice "9 crimes" lyrics